to weld
weld
wɛld
veld
wealdwield

Ορισμός και σημασία του "weld"στα αγγλικά

to weld
01

συγκολλώ, ενώνω με συγκόλληση

to join two or more pieces of metal together using heat and pressure 
Transitive: to weld pieces of metal
to weld definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
weld
γ΄ ενικό πρόσωπο
welds
ενεστώτα μετοχή
welding
απλός αόριστος
welded
παθητική μετοχή
welded
Παραδείγματα
He carefully welded the steel beams to create a sturdy frame. 

Συγκόλλησε προσεκτικά τις χαλύβδινες δοκούς για να δημιουργήσει ένα γερό πλαίσιο.

02

συγκολλώ, ενώνω

to create a a strong connection that brings individuals or components together 
Transitive: to weld sb
Παραδείγματα
The shared purpose and passion for environmental conservation welded the members of the eco-club. 

Ο κοινός σκοπός και το πάθος για τη διατήρηση του περιβάλλοντος συγκόλλησαν τα μέλη του οικολογικού κλαμπ.

01

συγκόλληση, συγκολλητική ένωση

a fusion or joining of two or more pieces of metal by heating them to a melting point and allowing them to cool, creating a solid and permanent bond 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
welds
02

αμερικανός καταργητής της δουλείας (1803-1895), αμερικανός υποστηρικτής της κατάργησης της δουλείας (1803-1895)

United States abolitionist (1803-1895) 
03

φυτό πηγή κίτρινης βαφής, Ευρωπαϊκή μινιονέτα

European mignonette cultivated as a source of yellow dye; naturalized in North America 

Λεξικό Δέντρο

welder
welding
weldment
weld
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store