to weigh on
weigh
weɪ
vei
on
ɒn
on
weigh upon

Ορισμός και σημασία του "weigh on"στα αγγλικά

to weigh on
01

πιέζω, θλίβω

to cause worry or unhappiness due to a problem or responsibility 
to weigh on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
weigh
ενεστώτας
weigh on
γ΄ ενικό πρόσωπο
weighs on
ενεστώτα μετοχή
weighing on
απλός αόριστος
weighed on
παθητική μετοχή
weighed on
Παραδείγματα
The mounting debt weighed her on heavily, affecting her overall well-being. 

Το αυξανόμενο χρέος της ζύγωνε βαριά, επηρεάζοντας τη γενική της ευημερία.

02

πιέζω, επηρεάζω αρνητικά

to cause problems for something such as a market, usually making it decrease in value 
Παραδείγματα
The economic uncertainty began to weigh on the stock market, causing a noticeable decrease in share prices. 

Η οικονομική αβεβαιότητα άρχισε να πιέζει τη χρηματιστηριακή αγορά, προκαλώντας μια αισθητή μείωση των τιμών των μετοχών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store