Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to weigh on
[phrase form: weigh]
01
πιέζω, θλίβω
to cause worry or unhappiness due to a problem or responsibility
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
weigh
ενεστώτας
weigh on
γ΄ ενικό πρόσωπο
weighs on
ενεστώτα μετοχή
weighing on
απλός αόριστος
weighed on
παθητική μετοχή
weighed on
Παραδείγματα
The global issues we face today can weigh upon the collective conscience of society.
Τα παγκόσμια ζητήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα μπορούν να επιβαρύνουν τη συλλογική συνείδηση της κοινωνίας.
02
πιέζω, επηρεάζω αρνητικά
to cause problems for something such as a market, usually making it decrease in value
Παραδείγματα
The ongoing trade tensions between countries continued to weigh on global trade, impacting various industries and causing declines in exports.
Οι συνεχιζόμενες εμπορικές εντάσεις μεταξύ χωρών συνέχισαν να επιβαρύνουν τον παγκόσμιο εμπόριο, επηρεάζοντας διάφορες βιομηχανίες και προκαλώντας πτώσεις στις εξαγωγές.



























