blouse
blouse
blaʊz
blawz
bouse

Ορισμός και σημασία του "blouse"στα αγγλικά

01

μπλούζα, γυναικεία μπλούζα

a shirt for women, typically with a collar, buttons and sleeves 
blouse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
blouses
αρσενικό ενικό
shirt
θηλυκό ενικό
blouse
neutral form
top
Παραδείγματα
She decided to wear a white blouse and a black skirt for the job interview. 

Αποφάσισε να φορέσει μια λευκή μπλούζα και μια μαύρη φούστα για τη συνέντευξη εργασίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overblouse
blouse
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store