Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
webbed
01
με υμένια, μεμβρανώδης
having digits or appendages connected by a thin membrane of skin, enabling efficient movement in water or other fluid environments
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most webbed
συγκριτικός βαθμός
more webbed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anatomy, biology, movement
02
δικτυωτός, που μοιάζει με ιστό αράχνης
having open interstices or resembling a web
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unwebbed
webbed
web



























