Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
web-footed
01
παχνόποδος, με πλαστουνιασμένα πόδια
having feet that are adapted for swimming and are connected by skin to form a web-like structure between the toes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most web-footed
συγκριτικός βαθμός
more web-footed
διαβαθμίσιμο



























