blotter
blo
ˈblɑ
blaa
tter
tɜr
tēr
/blˈɒtɐ/

Ορισμός και σημασία του "blotter"στα αγγλικά

01

αστυνομικό μητρώο, ημερολόγιο συμβάντων

the daily record of events, such as arrests or incidents, kept at a police station
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blotters
Παραδείγματα
The blotter helps keep track of daily police activity.
Το μητρώο βοηθά στην παρακολούθηση της καθημερινής αστυνομικής δραστηριότητας.
02

χαρτί απορροφητικό, χαρτί στεγνωτικό μελάνης

absorbent paper used to dry ink
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store