Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blotch
01
κηλίδα, λεκές
a stain that stands out from its surroundings, often uneven or discolored
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blotches
Παραδείγματα
A red blotch appeared on his cheek after the allergic reaction.
Μια κηλίδα κόκκινη εμφανίστηκε στο μάγουλό του μετά την αλλεργική αντίδραση.
to blotch
01
κηλίδωμα, λεκιάζω
to stain something, usually a surface, with a large, irregularly shaped discoloration or blemish
Transitive: to blotch a surface or fabric
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blotch
γ΄ ενικό πρόσωπο
blotches
ενεστώτα μετοχή
blotching
απλός αόριστος
blotched
παθητική μετοχή
blotched
Παραδείγματα
The spilled red wine began to blotch the once-clean tablecloth.
Το χυμένο κόκκινο κρασί άρχισε να κηλίδωνει την κάποτε καθαρή τραπεζομάντηλα.
Λεξικό Δέντρο
blotchy
blotch



























