Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blot out
01
σβήνω, απομακρύνω
to intentionally remove something unpleasant from one's mind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
blot
ενεστώτας
blot out
γ΄ ενικό πρόσωπο
blots out
ενεστώτα μετοχή
blotting out
απλός αόριστος
blotted out
παθητική μετοχή
blotted out
Παραδείγματα
Time can sometimes naturally blot out painful memories.
Ο χρόνος μπορεί μερικές φορές να σβήσει φυσικά οδυνηρές αναμνήσεις.
02
σβήνω, καλύπτω
to cover something so that it becomes difficult or impossible to see
Παραδείγματα
The bright headlights blotted out the road signs at night.
Τα φωτεινά φώτα μπροστά κάλυψαν τις πινακίδες του δρόμου τη νύχτα.



























