Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blot out
[phrase form: blot]
01
σβήνω, απομακρύνω
to intentionally remove something unpleasant from one's mind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
blot
ενεστώτας
blot out
γ΄ ενικό πρόσωπο
blots out
ενεστώτα μετοχή
blotting out
απλός αόριστος
blotted out
παθητική μετοχή
blotted out
Παραδείγματα
She tried to blot the mistake out of her mind.
Προσπάθησε να σβήσει το λάθος από το μυαλό της.
02
σβήνω, καλύπτω
to cover something so that it becomes difficult or impossible to see
Παραδείγματα
A layer of dust had accumulated on the old photographs, almost blotting the faces out.
Ένα στρώμα σκόνης είχε συσσωρευτεί στις παλιές φωτογραφίες, σχεδόν καλύπτοντας τα πρόσωπα.



























