Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blot
01
κηλιδώνω, λεκιάζω
to make a mark or spot on a surface by spreading a liquid substance
Transitive: to blot a surface or fabric
Παραδείγματα
The rain caused the newspaper ink to run and blot the printed text.
Η βροχή έκανε το μελάνι της εφημερίδας να τρέξει και να λεκιάσει το τυπωμένο κείμενο.
02
σφουγγαρίζω, απορροφώ
to remove moisture or liquid from a wet surface using an absorbent material
Transitive: to blot moisture or liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blot
γ΄ ενικό πρόσωπο
blots
ενεστώτα μετοχή
blotting
απλός αόριστος
blotted
παθητική μετοχή
blotted
Παραδείγματα
She blotted the spilled water from the table with a kitchen towel.
Σκούπισε το χυμένο νερό από το τραπέζι με μια κουζινέτσα.
Blot
01
κηλίδα, λεκές
a blemish made by dirt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blots
02
κηλίδα, ντροπή
an act that brings discredit to the person who does it
LanGeek



























