Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wear thin
01
φθείρομαι, επιδεινώνομαι
deteriorate through use or stress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
thin
βασικό ρήμα
wear
ενεστώτας
wear thin
γ΄ ενικό πρόσωπο
wears thin
ενεστώτα μετοχή
wearing thin
απλός αόριστος
wore thin
παθητική μετοχή
worn thin



























