to wear thin
Pronunciation
/wˈɛɹ θˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "wear thin"στα αγγλικά

to wear thin
01

φθείρομαι, επιδεινώνομαι

deteriorate through use or stress
to wear thin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
thin
βασικό ρήμα
wear
ενεστώτας
wear thin
γ΄ ενικό πρόσωπο
wears thin
ενεστώτα μετοχή
wearing thin
απλός αόριστος
wore thin
παθητική μετοχή
worn thin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store