Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to waylay
01
παραμονεύω, στηλίτευση
to wait in a hiding spot in order to attack
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
waylay
γ΄ ενικό πρόσωπο
waylays
ενεστώτα μετοχή
waylaying
απλός αόριστος
waylaid
παθητική μετοχή
waylaid
Λεξικό Δέντρο
waylay
way
lay



























