to waylay
Pronunciation
/ˈweɪˌɫeɪ/

Ορισμός και σημασία του "waylay"στα αγγλικά

to waylay
01

παραμονεύω, στηλίτευση

to wait in a hiding spot in order to attack
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
waylay
γ΄ ενικό πρόσωπο
waylays
ενεστώτα μετοχή
waylaying
απλός αόριστος
waylaid
παθητική μετοχή
waylaid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store