way out
way
weɪ
ουει
out
aʊt
αουτ

Ορισμός και σημασία του "way out"στα αγγλικά

01

έξοδος, δρόμος διαφυγής

an exit or a way to escape a place 
Dialectbritish flagBritish
way out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ways out
02

λύση, έξοδος

a way to solve a problem 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store