waterproofed
wa
wɔ:
vaw
ter
proofed
pru:ft
prooft

Ορισμός και σημασία του "waterproofed"στα αγγλικά

waterproofed
01

αδιάβροχο, αδιαπέραστο από νερό

not permitting the passage of water 
waterproofed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most waterproofed
συγκριτικός βαθμός
more waterproofed
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store