Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
waterproofed
01
αδιάβροχο, αδιαπέραστο από νερό
not permitting the passage of water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most waterproofed
συγκριτικός βαθμός
more waterproofed
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
waterproofed
waterproof



























