waterfront
Pronunciation
/ˈwɔtɝˌfɹənt/

Ορισμός και σημασία του "waterfront"στα αγγλικά

01

παραλία, λιμενική ζώνη

the area of a city (such as a harbor or dockyard) alongside a body of water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waterfronts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store