Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Watchtower
01
πύργος παρατηρητήριο, πύργος επιτήρησης
a tall structure or building used for observation and surveillance, often associated with defensive or strategic purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
watchtowers
Λεξικό Δέντρο
watchtower
watch
tower



























