wassailer
Pronunciation
/wˈɑːseɪlɚ/

Ορισμός και σημασία του "wassailer"στα αγγλικά

01

προσφέρων τοστ, άτομο που πίνει για την υγεία ή την επιτυχία κάποιου ή κάποιας επιχείρησης

someone who proposes a toast; someone who drinks to the health of success of someone or some venture
wassailer definition and meaning
02

κρασοπότης, μεθύστακας

someone who enjoys riotous drinking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wassailers

Λεξικό Δέντρο

wassailer
wassail
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store