Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wassail
01
προτείνω ένα τοστ για, προσφέρω μια πρόποση για
propose a toast to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wassail
γ΄ ενικό πρόσωπο
wassails
ενεστώτα μετοχή
wassailing
απλός αόριστος
wassailed
παθητική μετοχή
wassailed
02
γιορτάζω θορυβωδώς, συχνά πίνοντας αλκοόλ; συμμετέχω σε θορυβώδεις εορτασμούς
celebrate noisily, often indulging in drinking; engage in uproarious festivities
Wassail
01
ένα punch φτιαγμένο από γλυκασμένη μπύρα ή κρασί ζεσταμένο με μπαχαρικά και ψητά μήλα, ειδικά στα Χριστούγεννα
a punch made of sweetened ale or wine heated with spices and roasted apples; especially at Christmas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wassails
Λεξικό Δέντρο
wassailer
wassail



























