wassail
wa
ˈwɑ:
ουα
ssail
seɪl
σειλ
/wˈɒse‍ɪl/

Ορισμός και σημασία του "wassail"στα αγγλικά

to wassail
01

προτείνω ένα τοστ για, προσφέρω μια πρόποση για

propose a toast to
to wassail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wassail
γ΄ ενικό πρόσωπο
wassails
ενεστώτα μετοχή
wassailing
απλός αόριστος
wassailed
παθητική μετοχή
wassailed
02

γιορτάζω θορυβωδώς, συχνά πίνοντας αλκοόλ; συμμετέχω σε θορυβώδεις εορτασμούς

celebrate noisily, often indulging in drinking; engage in uproarious festivities
01

ένα punch φτιαγμένο από γλυκασμένη μπύρα ή κρασί ζεσταμένο με μπαχαρικά και ψητά μήλα, ειδικά στα Χριστούγεννα

a punch made of sweetened ale or wine heated with spices and roasted apples; especially at Christmas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wassails

Λεξικό Δέντρο

wassailer
wassail
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store