Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wash down
01
καταπίνω με ποτό, συνοδεύω με ποτό
to drink a beverage after a meal to help swallow and digest the food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
wash
ενεστώτας
wash down
γ΄ ενικό πρόσωπο
washes down
ενεστώτα μετοχή
washing down
απλός αόριστος
washed down
παθητική μετοχή
washed down
Παραδείγματα
As a palate cleanser, it's common to wash down sushi with a sip of ginger tea.
Ως καθαριστή παλέτας, είναι σύνηθες να ξεπλένεις το σούσι με μια γουλιά τσάι τζίντζερ.
02
ξεπλένω προς τα κάτω, μεταφέρω προς τα κάτω με την κίνηση ενός υγρού
to carry something downward with the movement of a liquid
Παραδείγματα
The river's current washed down debris from upstream.
Το ρεύμα του ποταμού έπλυνε συντρίμμια από την πηγή.
03
πλένω, καθαρίζω
to clean the entire length or surface of something
Παραδείγματα
The street sweeper helps wash down the streets in urban areas.
Ο δρομοκαθαριστής βοηθάει στο πλύσιμο των δρόμων σε αστικές περιοχές.



























