Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Warming
01
θέρμανση, θέρμανση
the process of becoming warmer; a rising temperature
02
θέρμανση, ξεπάγωμα
warm weather following a freeze; snow and ice melt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
warming
01
θερμαντικός, ζεσταίνων
imparting heat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most warming
συγκριτικός βαθμός
more warming
διαβαθμίσιμο
02
θερμαντικός, ζεστός
producing the sensation of heat when applied to the body
Λεξικό Δέντρο
warming
warm



























