Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Warmheartedness
01
καλοσύνη, ευγένεια
a positive feeling of liking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
warmheartednesses
02
θερμότητα καρδιάς, καλοσύνη
a warmhearted feeling



























