warmheartedness
warm
wɔ:m
ουομ
hear
ˈhɑ:
χα
ted
tɪd
τιντ
ness
nəs
νασ

Ορισμός και σημασία του "warmheartedness"στα αγγλικά

Warmheartedness
01

καλοσύνη, ευγένεια

a positive feeling of liking 
warmheartedness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
warmheartednesses
02

θερμότητα καρδιάς, καλοσύνη

a warmhearted feeling 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store