Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
war-torn
01
κατεστραμμένος από τον πόλεμο, εξουθενωμένος από τον πόλεμο
(of a country or place) damaged or destroyed severely as an aftermath of war
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most war-torn
συγκριτικός βαθμός
more war-torn
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The humanitarian organization provided aid to families displaced from their war-torn homes.
Η ανθρωπιστική οργάνωση παρείχε βοήθεια σε οικογένειες που εκτοπίστηκαν από τα σπίτια τους κατεστραμμένα από τον πόλεμο.



























