Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wall plug
01
πρίζα τοίχου, βύσμα τοίχου
a type of plug used in electrical outlets mounted on walls
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wall plugs
02
τοιχοπρίονο, πρίζα τοίχου
a small plastic or metal device used to provide support and stability when attaching screws or fasteners to a wall



























