Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Walking stick
01
μπαστούνι, ραβδί περιπάτου
a stick, often with a curved handle, carried in the hand to provide postural stability in walking or hiking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
walking sticks
02
έντομο ραβδί, ραβδί περπάτημα
any of various mostly tropical insects having long twiglike bodies



























