Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to walk out
01
φεύγω απότομα, φεύγω ως διαμαρτυρία
to leave suddenly, especially to show discontent
Intransitive: to walk out | to walk out of a place or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
walk
ενεστώτας
walk out
γ΄ ενικό πρόσωπο
walks out
ενεστώτα μετοχή
walking out
απλός αόριστος
walked out
παθητική μετοχή
walked out
Παραδείγματα
Feeling unheard, he walked out of the discussion abruptly.
Αισθανόμενος αγνοημένος, βγήκε από τη συζήτηση απότομα.
02
φεύγω ξαφνικά, εγκαταλείπω
to suddenly leave one's family or partner and start living somewhere else
Intransitive
Παραδείγματα
She walked out on her partner when the conflicts became unbearable.
Έφυγε από τον σύντροφό της όταν οι συγκρούσεις έγιναν αφόρητες.
03
βγαίνω με, είμαι σε ρομαντική σχέση με
to be in a romantic relationship with someone
Intransitive
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
The pair walked out for a quiet evening stroll in the neighborhood.
Το ζευγάρι βγήκε μαζί για έναν ήσυχο βραδινό περίπατο στη γειτονιά.
04
συνοδεύω έξω, προϋποδεικνύω
to accompany someone out of a place
Transitive: to walk out sb
Παραδείγματα
I will walk my friend out after the party.
Θα συνοδέψω τον φίλο μου έξω μετά το πάρτι.



























