Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Walk of life
01
επάγγελμα, επαγγελματική σταδιοδρομία
careers in general
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
walks of life
LanGeek



























