Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to block up
01
μπλοκάρω, φράσσω
render unsuitable for passage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
block
ενεστώτας
block up
γ΄ ενικό πρόσωπο
blocks up
ενεστώτα μετοχή
blocking up
απλός αόριστος
blocked up
παθητική μετοχή
blocked up
02
φράζομαι, μπλοκάρω
to become obstructed or clogged, typically preventing normal movement or flow
Intransitive
Παραδείγματα
My nose blocks up every time I catch a cold.
Η μύτη μου βουλώνει κάθε φορά που κρυώνα.



























