Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wakeful
01
άγρυπνος, προσεκτικός
carefully observant or attentive; on the lookout for possible danger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wakeful
συγκριτικός βαθμός
more wakeful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
awareness, vigilance, behavior
02
ξύπνιος, συνετός
marked by full consciousness or alertness
03
ξύπνιος, αϋπνία
(of sleep) easily disturbed
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
wakefulness
wakeful
wake



























