Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wake up
01
ξυπνάω, σηκώνομαι
to no longer be asleep
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
wake
ενεστώτας
wake up
γ΄ ενικό πρόσωπο
wakes up
ενεστώτα μετοχή
waking up
απλός αόριστος
woke up
παθητική μετοχή
woken up
Παραδείγματα
I remind her to wake up early for her flight tomorrow.
Της θυμίζω να ξυπνήσει νωρίς για την πτήση της αύριο.
1.1
ξυπνάω, εγείρω
to cause a person or animal stop being asleep
Transitive: to wake up sb
Παραδείγματα
Don't forget to wake up your sister for school.
Μην ξεχάσεις να ξυπνήσεις την αδερφή σου για το σχολείο.
02
ξυπνώ, συνειδητοποιώ
to become aware of something, especially something important, unpleasant, or surprising
Transitive: to wake up sb to sth
Παραδείγματα
The financial struggle woke up the family to the importance of budgeting.
Ο οικονομικός αγώνας ξύπνησε την οικογένεια για τη σημασία του προϋπολογισμού.



























