wake up
wake
weɪk
ουεικ
up
ʌp
απ
/ˈweɪk ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "wake up"στα αγγλικά

to wake up
[phrase form: wake]
01

ξυπνάω, σηκώνομαι

to no longer be asleep
Intransitive
to wake up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
wake
ενεστώτας
wake up
γ΄ ενικό πρόσωπο
wakes up
ενεστώτα μετοχή
waking up
απλός αόριστος
woke up
παθητική μετοχή
woken up
Παραδείγματα
We should wake up early to catch the sunrise at the beach.
Πρέπει να ξυπνήσουμε νωρίς για να πιάσουμε την ανατολή του ηλίου στην παραλία.
1.1

ξυπνάω, εγείρω

to cause a person or animal stop being asleep
Transitive: to wake up sb
Παραδείγματα
The loud noise woke her up in the middle of the night.
Ο δυνατός θόρυβος την ξύπνησε στη μέση της νύχτας.
02

ξυπνώ, συνειδητοποιώ

to become aware of something, especially something important, unpleasant, or surprising
Transitive: to wake up sb to sth
Παραδείγματα
The incident woke up the community to the need for better safety measures.
Το περιστατικό ξύπνησε την κοινότητα για την ανάγκη καλύτερων μέτρων ασφαλείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store