wake-up call
wake
weɪk
ουεικ
up
ʌp
απ
call
kɔ:l
κολ

Ορισμός και σημασία του "wake-up call"στα αγγλικά

01

τηλεφώνημα ξυπνητήρι, υπηρεσία ξυπνήματος

a phone call that is made at a particular time to wake someone up, at their request, for example in a hotel 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wake-up calls
Παραδείγματα
She requested a wake-up call at 6 AM to ensure she wouldn't miss her early flight. 

Ζήτησε μια κλήση ξυπνήματος στις 6 π.μ. για να διασφαλίσει ότι δεν θα χάσει την πρωινή της πτήση.

02

ένα σήμα συναγερμού, μια προειδοποίηση

a warning or event that draws attention to a problem and shows that action must be taken, especially when something has been neglected 
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
The accident was a wake-up call for the whole community. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store