to wager
Pronunciation
/ˈweɪdʒɝ/

Ορισμός και σημασία του "wager"στα αγγλικά

to wager
01

στοιχηματίζω, ποντάρω

stake on the outcome of an issue
to wager definition and meaning
02

στοιχηματίζω, ποντάρω

maintain with or as if with a bet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wager
γ΄ ενικό πρόσωπο
wagers
ενεστώτα μετοχή
wagering
απλός αόριστος
wagered
παθητική μετοχή
wagered
01

στοίχημα, ποντάρισμα

a bet or a monetary stake placed on the outcome of an event
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wagers
Παραδείγματα
He made a wager with his friend about the outcome of the election.
Έκανε ένα στοίχημα με τον φίλο του για το αποτέλεσμα των εκλογών.
02

στοίχημα, τζόγος

the money risked on a gamble
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store