Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wager
01
στοιχηματίζω, ποντάρω
stake on the outcome of an issue
02
στοιχηματίζω, ποντάρω
maintain with or as if with a bet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wager
γ΄ ενικό πρόσωπο
wagers
ενεστώτα μετοχή
wagering
απλός αόριστος
wagered
παθητική μετοχή
wagered
Wager
01
στοίχημα, ποντάρισμα
a bet or a monetary stake placed on the outcome of an event
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wagers
Παραδείγματα
He made a wager with his friend about the outcome of the election.
Έκανε ένα στοίχημα με τον φίλο του για το αποτέλεσμα των εκλογών.
02
στοίχημα, τζόγος
the money risked on a gamble



























