wader
wa
ˈweɪ
vei
der
waterwarderwagerwaver

Ορισμός και σημασία του "wader"στα αγγλικά

01

νησόκοτα, μακροσκελής πτηνό

any shorebird with long legs that dives into water in search of food 
wader definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waders

Λεξικό Δέντρο

wader
wad
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store