Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
votive
01
εξωτερικός, αφιερωμένος ως ευχή
offered or dedicated as an expression of a wish or vow.
Παραδείγματα
The small chapel had an altar filled with votive offerings from devotees seeking blessings.
Το μικρό παρεκκλήσι είχε ένα βωμό γεμάτο αναθηματικά δώρα από πιστούς που αναζητούσαν ευλογίες.
Λεξικό Δέντρο
votive
vote



























