vomit
vo
ˈvɑ
βα
mit
mət
ματ
/vˈɒmɪt/

Ορισμός και σημασία του "vomit"στα αγγλικά

to vomit
01

κάνω εμετό, ξεραίνομαι

to eject what has been eaten or drunk through the mouth
Intransitive
to vomit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vomit
γ΄ ενικό πρόσωπο
vomits
ενεστώτα μετοχή
vomiting
απλός αόριστος
vomited
παθητική μετοχή
vomited
Παραδείγματα
Right now, she is feeling nauseous and might be vomiting soon.
Αυτή τη στιγμή, νιώθει ναυτία και μπορεί σύντομα να κάνει εμετό.
01

εμετός, ξερασιά

the reflex act of ejecting the contents of the stomach through the mouth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

εμετικό, εμετικού φαρμάκου

a medicine that induces nausea and vomiting
03

εμετός, υλικό εμέτου

the matter ejected in vomiting
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store