blintze
Pronunciation
/blˈɪntsi/

Ορισμός και σημασία του "blintze"στα αγγλικά

01

μπλίντζ, λεπτή τηγανίτα γεμισμένη και τηγανισμένη ή ψημένη

(Judaism) thin pancake folded around a filling and fried or baked
blintze definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blintzes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store