Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blintz
01
μπλιντς, λεπτή τηγανίτα γεμισμένη με τυρί ή φρούτα και στη συνέχεια τηγανισμένη ή ψημένη
a thin pancake rolled around cheese or fruit and then fried or baked, originally made by Ashkenazi Jews
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blintzes



























