volaille
vo
ˈvɑ:
βα
laille
leɪl
λειλ
/vˈɒleɪl/

Ορισμός και σημασία του "volaille"στα αγγλικά

01

κρέας πουλερικών

the flesh of a chicken used for food
volaille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store