volaille
vola
vo
ille
ˈlaɪ
lai
volatilevolvelle

Ορισμός και σημασία του "volaille"στα αγγλικά

01

κρέας πουλερικών

the flesh of a chicken used for food 
volaille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store