Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
voiced
01
ηχηρό
(of speech sounds) produced with vibration of the vocal cords, as opposed to voiceless sounds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
phonetics, linguistics, speech
Παραδείγματα
The voiced consonants, such as /b/ and /d/, require the vocal cords to vibrate.
Οι ηχητικές σύμφωνοι, όπως /b/ και /d/, απαιτούν τη δόνηση των φωνητικών χορδών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unvoiced
voiced
voice



























