viticulture
vi
ˈvɪ
βι
ti
τι
cul
kʌl
καλ
ture
ʧə
τσα
viniculture

Ορισμός και σημασία του "viticulture"στα αγγλικά

01

αμπελουργία

the science and practice of cultivating grapes for the purpose of making wine 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

viticulturist
viticulture
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store