Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Viticulture
01
αμπελουργία
the science and practice of cultivating grapes for the purpose of making wine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
viticulturist
viticulture



























