Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Visualisation
01
απεικόνιση, νοητική εικόνα
a mental image that is similar to a visual perception
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
visualisations



























