Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blessed
01
ευλογημένος, τυχερός
highly favored or fortunate (as e.g. by divine grace)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blessed
συγκριτικός βαθμός
more blessed
διαβαθμίσιμο
02
καταραμένος, παλιάνθρωπος
expletives used informally as intensifiers
03
ευλογημένος, ιερός
deserving of worship or divine favor
Παραδείγματα
The holy site is considered blessed by pilgrims who visit it seeking spiritual solace.
Ο ιερός τόπος θεωρείται ευλογημένος από τους προσκυνητές που τον επισκέπτονται αναζητώντας πνευματική παρηγοριά.
04
ευλογημένος, ευτυχισμένος
characterized by happiness and good fortune
05
ευλογημένος, ευτυχισμένος
enjoying the bliss of heaven
06
μακαρισμένος, ιερός
Roman Catholic; proclaimed one of the blessed and thus worthy of veneration
Λεξικό Δέντρο
blessedly
blessedness
unblessed
blessed
bless



























