virgin
vir
ˈvɜr
βερρ
gin
ʤɪn
τζιν
/vˈɜːd‍ʒɪn/

Ορισμός και σημασία του "virgin"στα αγγλικά

01

παρθένα, άτομο που δεν έχει κάνει ποτέ σεξ

a person who has never had sex
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
virgins
02

Παρθένος, το ζώδιο της Παρθένου

the sixth sign of the zodiac; the sun is in this sign from about August 23 to September 22
03

παρθένος, άτομο που γεννήθηκε υπό το ζώδιο της Παρθένου

(astrology) a person who is born while the sun is in Virgo
01

παρθένος, καινούργιος

being used or worked for the first time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most virgin
συγκριτικός βαθμός
more virgin
διαβαθμίσιμο
02

παρθένος, αγνός

in a state of sexual virginity
03

αλκοόλ ελεύθερο

a non-alcoholic version of a cocktail or mixed drink, often called a "virgin cocktail" or "virgin drink"
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store