Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Virgin
01
παρθένα, άτομο που δεν έχει κάνει ποτέ σεξ
a person who has never had sex
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
virgins
02
Παρθένος, το ζώδιο της Παρθένου
the sixth sign of the zodiac; the sun is in this sign from about August 23 to September 22
03
παρθένος, άτομο που γεννήθηκε υπό το ζώδιο της Παρθένου
(astrology) a person who is born while the sun is in Virgo
virgin
01
παρθένος, καινούργιος
being used or worked for the first time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most virgin
συγκριτικός βαθμός
more virgin
διαβαθμίσιμο
02
παρθένος, αγνός
in a state of sexual virginity
03
αλκοόλ ελεύθερο
a non-alcoholic version of a cocktail or mixed drink, often called a "virgin cocktail" or "virgin drink"
Λεξικό Δέντρο
virginal
virginity
virgin



























