vinegary
vi
ˈvɪ
vi
ne
ni
ga
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "vinegary"στα αγγλικά

01

ξιδάτος, ξινός

having a taste or aroma that is sour, tart, or like vinegar 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vinegary
συγκριτικός βαθμός
more vinegary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pickles had a vinegary brine, giving them a sharp and sour taste. 

Τα πίκλες είχαν μια ξινή άλμη, δίνοντάς τους μια έντονη και ξινή γεύση.

02

ξινός, δύστροπος

having a sour disposition; ill-tempered 

Λεξικό Δέντρο

vinegariness
vinegary
vinegar
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store