vincible
Pronunciation
/vˈɪnsəbəl/

Ορισμός και σημασία του "vincible"στα αγγλικά

01

νικητέος, εύκολα ηττημένος ή ελεγχόμενος

easily defeated or controlled
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vincible
συγκριτικός βαθμός
more vincible
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store