vigilante
vi
ˌvɪ
vi
gi
ʤɪ
ji
lan
ˈlæn
lān
te
ti
ti
chanteyChiantichantyshanty

Ορισμός και σημασία του "vigilante"στα αγγλικά

01

εθελοντής φύλακας, αυτοδικαστής

an individual or group of individuals who take the law into their own hands, acting outside the legal system to enforce their version of justice or address perceived wrongs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vigilantes
Παραδείγματα
In the absence of effective law enforcement, some residents formed a vigilante group to combat rising crime in their neighborhood. 

Σε απουσία αποτελεσματικής επιβολής του νόμου, κάποιοι κάτοικοι σχημάτισαν μια ομάδα αυτοφυλακής για να καταπολεμήσουν την αυξανόμενη εγκληματικότητα στη γειτονιά τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store