Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Viewfinder
01
βηματοδότης, προβολέας
a device on a camera that allows the photographer to preview the image or composition before taking the picture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
viewfinders
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
viewfinder
view
finder



























