to vie
Pronunciation
/ˈvaɪ/

Ορισμός και σημασία του "vie"στα αγγλικά

to vie
01

ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι

to intensely compete with another person in order to achieve something
Intransitive: to vie for an achievement
to vie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vie
γ΄ ενικό πρόσωπο
vies
ενεστώτα μετοχή
vying
απλός αόριστος
vied
παθητική μετοχή
vied
Παραδείγματα
Teams vying for victory in a tournament demonstrate exceptional teamwork and skill.
Οι ομάδες που ανταγωνίζονται για τη νίκη σε ένα τουρνουά επιδεικνύουν εξαιρετική ομαδικότητα και δεξιότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store