Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
victorian
01
βικτωριανός
denoting or relating to Queen Victoria or her reign from 1837 to 1901
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
βικτωριανός
typical of the moral standards or conduct of the age of Queen Victoria
03
βικτωριανός, υπερβολικά κατάλληλος
exaggeratedly proper
Victorian
01
Βικτωριανός, άτομο που έζησε κατά τη βασιλεία της Βικτωρίας
a person who lived during the reign of Victoria
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Victorians



























