viability
via
ˌvaɪə
vaie
bi
ˈbɪ
bi
li
ty
ti
ti
visibilityviewabilityvirility

Ορισμός και σημασία του "viability"στα αγγλικά

01

βιωσιμότητα

(of living things) capable of normal growth and development 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

βιωσιμότητα, ικανότητα επιτυχίας

the ability of something to work successfully or be effective in practice 
Παραδείγματα
The startup’s viability was assessed based on its business model and market demand. 

Η βιωσιμότητα της startup αξιολογήθηκε με βάση το επιχειρηματικό της μοντέλο και τη ζήτηση της αγοράς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store