Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vet
01
ελέγχω, εξετάζω προσεκτικά
to carefully examine or assess something or someone
Transitive: to vet sb/sth
Παραδείγματα
The hiring manager vets job applicants to ensure they meet the qualifications.
Ο υπεύθυνος πρόσληψης αξιολογεί τους υποψήφιους για να διασφαλίσει ότι πληρούν τα προσόντα.
02
εξετάζω, θεραπεύω
to examine or treat an animal's health
Transitive: to vet an animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vet
γ΄ ενικό πρόσωπο
vets
ενεστώτα μετοχή
vetting
απλός αόριστος
vetted
παθητική μετοχή
vetted
Παραδείγματα
The veterinarian will vet the dog before the adoption process is complete.
Ο κτηνίατρος θα εξετάσει το σκύλο πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία υιοθεσίας.
03
κτηνίατρος
to work professionally as a veterinarian
Intransitive
Παραδείγματα
She decided to vet at a local animal shelter after completing her veterinary studies.
Αποφάσισε να εργαστεί ως κτηνίατρος σε ένα τοπικό καταφύγιο ζώων μετά την ολοκλήρωση των κτηνιατρικών της σπουδών.
Vet
01
βετεράνος, πρώην στρατιώτης
a person who has served in the armed forces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vets



























